Μία παλαιότερη γραφή μου που θέλω να την αναρτήσω και σήμερα.
Κοιτάω και βλέπω τα όνειρα μου να τρέχουν πάνω κάτω. Πηδάω από την καρέκλα και τρέχω να τα πιάσω μα κείνα με βλέπουν και τρέχουν ακόμα γρηγορότερα.Τι τάχα τάκανε να τρέχουν έτσι ;
Μην είναι η νυχτιά ;
Μην είναι η ερημιά ;
Μην είναι ο μπασκίνας που στρίβει στη γωνία ;
Μα όχι είναι κάποιοι κάπου κάποτε στη πάλη της ζωής που τάκαναν αόρατα, και όταν τους ρώτησα γιατί δε μου αποκρίθηκαν.
Ανοίγω το παράθυρο.
Είναι πανσέληνος, ο δρόμος κολυμπάει στο φεγγαρίσιο ασήμι.
Είναι πανσέληνος, ο δρόμος κολυμπάει στο φεγγαρίσιο ασήμι.
Κοιτάω και βλέπω τα όνειρα μου να τρέχουν πάνω κάτω. Πηδάω από την καρέκλα και τρέχω να τα πιάσω μα κείνα με βλέπουν και τρέχουν ακόμα γρηγορότερα.
Μην είναι η νυχτιά ;
Μην είναι η ερημιά ;
Μην είναι ο μπασκίνας που στρίβει στη γωνία ;
Μα όχι είναι κάποιοι κάπου κάποτε στη πάλη της ζωής που τάκαναν αόρατα, και όταν τους ρώτησα γιατί δε μου αποκρίθηκαν.



