
Μία διαφορετική ανάρτηση σήμερα με κάποια νοσταλγία που ο πιο ανθρώπινος χώρος μέσα στον οποίο τρέφετε η συνείδηση και η σκέψη, μέσα στον οποίο ονειροβατεί η φαντασίωση μιας εποχής που πέρασε με τις όποιες δυσκολίες που υπήρχαν, μα με τα όνειρα της νεανικότητα μας για μια καλύτερη ζωή απαλλαγμένη από τους κάθε λογής δυνάστες στο έπακρο γιατί το κόστος του αγώνα δε συγκρίνεται με τα δεινά της υποταγής.
Ίσως νοσταλγία να είναι η ίδια η ζωή και απλώς ζούμε και γευόμαστε τη ζωή,μιας εποχής που πέρασε και χάθηκαν πάρα πολλά που μπορούσαν να γίνουν,πάρα πολλά που έμειναν ανεκπλήρωτα.
Στο σήμερα αυτό που μετρά είναι σε τελική ανάλυση, ότι υπάρχει έξω στην κοινωνία. Δηλαδή η πραγματική κατάσταση του λαϊκού κινήματος και πως θα μπορέσουμε να καθορίσουμε το παρακάτω βήμα της ανατροπης,της κοινωνικής αλλαγής.
Ας συνεχίσω όμως την αφήγηση πέρα από τις προσπάθειες του Λαού για τη ζωή του κάτω από καλύτερες συνθήκες στο παραπάνω θέμα γιατί καλό είναι να γνωρίζουμε κάποιες στιγμές της ιστορίας της πόλης που ζούμε.
Το κόκκινο κάστρο

-Και στο Κάστρο, Ξενοφώντα; Τι γινόταν στο Κάστρο εκείνα τα χρόνια;
-Αχ Φαίδρα μου!...Και τι δεν γινόταν;… Τι να πει κανείς και τι ν’ αφήσει;
Αγώνας για επιβίωση, αντάμα με αγώνα για ελευθερία. Αδιάκοπη και αγωνιώδης προσπάθεια για λίγη τροφή και αδιάκοπος και ανηλεής πόλεμος με τους Μαυρομούρηδες, χωρίς όρια!
Αυτοί αφού “ξεμπέρδεψαν” με τους Εβραίους, στράφηκαν ενάντια σε όποιον δεν προσκυνούσε, δεν συμμαχούσε ή υποπτεύονταν πως είχε κάποιο αντικείμενο αξίας, που τον υποχρέωναν να τους δώσει για να αποφύγει τη σύλληψη ή να εξαγοράσει την ελευθερία του!
Το Κάστρο ήταν από τις αγαπημένες τους περιοχές, αφού γνώριζαν πως πολλοί κάτοικοι ήταν μέλη του Απελευθερωτικού Μετώπου, είχαν όμως και εντολές από τις ειδικές υπηρεσίες των Γερμανών, να δείχνουν ιδιαίτερο ζήλο στις γειτονιές μας!
Θυμάμαι πολλά, δυό όμως με έχουν σημαδέψει και δεν περνά βδομάδα να μη τα θυμηθώ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο!
Πρώτον τον πατέρα μου, που έφτιαχνε παπούτσια για τους χωρικούς του κάμπου της Σαλονίκης, από δέρματα που του έφερναν οι ίδιοι, με αντάλλαγμα ρύζι, φακές, αλεύρι και ότι άλλο μπορούσε να φαγωθεί.
Εμείς σωθήκαμε απ’ τα παπούτσια του μαστρο-Αριστείδη, πολλοί όμως συμπολίτες “χάθηκαν” από την πείνα, με τον πιο άδικο και οδυνηρό τρόπο.
Εικόνες που δεν μπορείς να ξεχάσεις, όσα χρόνια και αν ζήσεις!
Ήταν όμως κι ένα γεγονός, τυχαίο μπορώ να πω, που η ανάμνηση του γλυκαίνει την ψυχή μου!
Στα όρια του συνοικισμού με τα χωράφια, μετά το κτήμα του μπάρμπα-Ηλία, ήταν ο καφενές του Στέλιου, που οι Ταγματασφαλίτες θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο κι έκαναν στέκι το μαγαζί του.
Οι υπόλοιποι τον απέφευγαν, όπως ο διάολος το θυμίαμα! Τα παιδιά όμως μπαινοβγαίναμε ελεύθερα και όλο και κάποιο θέλημα κάναμε για τους πελάτες του μαγαζιού και όλο και μια σοκολατίτσα ‘κονομούσαμε, που δεν έλειπε απ’ τα καθάρματα.
Εκείνο το μεσημέρι, ένας απ’ αυτούς μου εξηγούσε πως θα φτάσω σ’ ένα πορνείο της Μπάρας, που δούλευε η ερωμένη του, βάζοντας μου στην τσέπη ένα σημείωμα και στο χέρι μια Γερμανική σοκολάτα.
Με το Αριστερό όμως αυτί, εγώ άκουγα κι άλλα!
Η ομήγυρη χαμογέλασε με κατανόηση, για το…Αριστερό αυτί του Ξενοφώντα. Έκανε πως δεν κατάλαβε και συνέχισε: Άκουσα έναν Μαυρομούρη πίσω από την πλάτη μου, να εκμυστηρεύεται στον καφετζή, πως είναι έτοιμοι να βάλουν χέρι σε μια λίστα με ονόματα Αριστερών, που είναι κρυμμένη στο νερό!
Προσπάθησα με διάφορες προφάσεις να κερδίσω χρόνο, μήπως και καταφέρω ν’ ακούσω κάτι παραπάνω, για τη λίστα και το νερό!
Του κάκου! Ο "κερατάς" μόνο έπινε. "Άκρα του τάφου σιωπή"!Βγήκα στο δρόμο και κατηφόρισα για τη Ραμόνα, σπάζοντας το κεφάλι μου να συνδέσω το χαρτί με το νερό!
Ξαφνικά, είδα μπροστά μου το Λουτρό! (*)
"Αυτό είναι!…Αυτό είναι! Η λίστα είναι εδώ και οι ώρες του Σάββα μετρημένες…", σκέφτηκα και μπούκαρα!
"Κύριε Σάββα…", του είπα ψιθυριστά, "…οι Μαυρομούρηδες και οι Γερμανοί…".
"Μα τι λες παιδί μου; Είσαι καλά;', αντέδρασε ο Σάββας, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει.
Πρόσεξα όμως πως έγινε κατακόκκινος [βγήκε το μέσα, έξω δηλαδή….] και σιγουρεύτηκα πως δεν έκανα λάθος! Γύρισα την πλάτη και συνέχισα τον δρόμο μου.
Στην επιστροφή, το Λουτρό ήταν κλειστό!
Την άλλη μέρα τα "Μαύρα" συνεταιράκια λύσσαξαν, γιατί ο Σάββας έγινε πουλάκι και όχι μόνο αυτός!
Στο Λουτρό δεν βρήκαν τίποτα, αφού ο φίλος μας φρόντισε να μην αφήσει ίχνη και οι Μαυρομούρηδες φάνταζαν σαν άγρια θεριά, που τους ξέφυγε το θήραμα!
Η χαρά και η περηφάνια μου ήταν μεγάλες, δεν μπορούσα όμως να τις μοιραστώ με κανέναν , για πάρα πολλά χρόνια.
Η Γιωργία έσκυψε στο πλευρό του και τον φίλησε.
Ο Μουρμούρας φανερά συγκινημένος, τον έδειξε με το δάχτυλο και φώναξε:
-Γι’ αυτό είπε την ιστορία! Για να εισπράξει φιλί, ο μπαγάσας!
-Μπορείς να σκάσεις ελεύθερα! Δεν πρόκειται να σε εμποδίσει κανείς, τον "κάρφωσε" ο Ξενοφώντας.
Η Γιωργία φίλησε και τον Δημητρό, ενώ όλοι ξεσπούσαν σε γέλια και χειροκροτήματα!
(*) Λουτρό: Τούρκικο δημόσιο λουτρό, που γκρεμίστηκε 25 περίπου χρόνια μετά.
Το Βαρδάρι
Αφιερωμένο σε όλους όσους το έζησαν και θυμούνται ακόμα.

Το Βαρδάρι του Ξενοφώντα, ήταν το κεντρικό διαμάντι στο περιδέραιο που αγαπούσε.
Στο περιδέραιο που γνώριζε και αναγνώριζε σαν Θεσσαλονίκη, για πάρα πολλά χρόνια.Γύρω του, πούλιες πλουμιστές οι συνοικίες, με πρώτη και καλύτερη γι’ αυτόν το Κάστρο, μα όλες ποθητές και αξιαγάπητες.
Εν αρχή η Ξηροκρήνη ή Ραμόνα, γειτονοπούλα του Κάστρου από -το νότο- και τελευταία συνοικία πριν το Βαρδάρι.Διαρκής πρόκληση για τα ήθη και τις παραδόσεις των κατοίκων του.
Μελαγχολικό το πρώτο όνομα . Πιθανόν μια βρύση που στέρεψε.
Όμορφο και ερωτικό το δεύτερο. Δανεισμένο απ’ τον τίτλο μουσικού καφενείου και χοροδιδασκαλείου της περιοχής, απ’ το οποίο δεν έλειπε η προσφορά γυναικείας παρέας.
Όνομα που δεν αποκλείεται να το κουβάλησαν οι Εβραίοι , από την παλιά πατρίδα, την Ισπανία.
Ο Ξενοφώντας τη γνώριζε, πόντο-πόντο, βήμα-βήμα.
Είχε περπατήσει τους δρόμους της, όπως και τους δρόμους του Κάστρου και του Βαρδαριού, σε όλες τις φάσεις της ζωής του. Ήξερε το κάθε τι και το γιατί, το πότε και το πώς!
Είχε και η Ξηροκρήνη Κομμουνιστές, όχι όμως τόσους πολλούς όσους το Κάστρο.
Είχε και μουσικούς, εμποράκους, Φασίστες, που---δες, που--νες και φυσικά νταβατζήδες.
Ήταν κι αυτή βαμμένη κόκκινη, όπως και το Βαρδάρι, ο δρόμος του Μοναστηριού και η οδός Ειρήνης από κόκκινα λαμπάκια. Λαμπάκια που άναβαν μέρα-νύχτα, φωτίζοντας κορίτσια πάντα έτοιμα να εξυπηρετήσουν φαντάρους, να ξεπαρθενιάσουν έφηβους και να ταΐσουν πεινασμένους μεσήλικες, ναυτικούς και ταξιδιώτες.
Χώροι βρώμικοι, ανήλιαγοι, αντιερωτικοί, στέγαζαν τους πληρωμένους έρωτες, με την τσατσά στο σαλονάκι να διαφημίζει το εμπόρευμα και να φτιάχνει καφέδες, να κρατά τη σειρά, να ανακοινώνει τον τιμοκατάλογο.
Κάτω απ’ το Βαρδάρι είχε και φτηνότερες λύσεις, στα όρθια, δίπλα στο Ρωμαϊκό τείχος!
Η ηδονή, η όποια ηδονή, αγκαλιά με την ιστορία. Τι είχαν δει και τι είχαν ακούσει, τα άμοιρα τούβλα;
Το Βαρδάρι;
Το Βαρδάρι τα είχε όλα.
Είχε αυτά που ήθελες κι αυτά που δεν ήξερες ότι ήθελες!
Λαχειοπώληδες με ξύλινα κοντάρια και λαχεία πινεζωμένα πάνω τους.
Αναψυκτικάδες με δυό-τρία κασόνια αναψυκτικά κι ένα βαρέλι γεμάτο πάγο και μπουκάλια (το καλοκαίρι).

Λίγο πιο πέρα, ο σαμαλιτζής με το όμορφο ταψί, σκεπασμένο με τζάμι και μια άσπρη καμήλα να σε ταξιδεύει:
Σάμαλιιιι…Καλό σάμαλιιιι…Σάμαλι αράπικοοοο….
Η σπάτουλα χόρευε στο χέρι του, κόβοντας με επιδέξιες κινήσεις τις μερίδες, που δυστυχώς ήταν πολύ μικρές!
Δίπλα, τα πηγαδάκια των χασομέρηδων, να μαλώνουν για κλωτσοσκούφι και Κοινωνικοπολιτικά προβλήματα.
Για το τελευταίο, μόνο κατά περιόδους, όταν η κοινωνική γαλήνη το επέτρεπε και πάντα με την παρουσία Εθνικών αυτιών!
Δεξιά της πλατείας, ο δρόμος του Μοναστηριού, με μαγαζιά που τα είχαν όλα.
Από “μάλτες”-πρόγονους του τζιν-μέχρι μεταχειρισμένα κοστούμια, φτηνά παπούτσια, εργαλεία, είδη σπιτιού και εξοχής, παιχνίδια και πολλές Αμερικάνικες “ευκαιρίες”.
“Ευκαιρίες” όμως δεν είχαν μόνο τα μαγαζιά. Είχαν και οι πλανόδιοι.
Φιλαράκι, έχω δυό μπουκάλια ουίσκι καραβίσιο. Είσαι να ‘ούμε;
Ο δρόμος του Μοναστηριού είχε και κινηματογράφο “Λαϊκό”, με έργα καουμπόικα και αστυνομικά, μα και δρομάκια κάθετα ,που τον τεμάχιζαν σε φέτες.
Δρομάκια βαφτισμένα με ονόματα αρχαιοχαβαλιέδικα, που παρέπεμπαν σε ομορφιές και γλέντια, προσπαθώντας να εξωραΐσουν την ασχήμια, που φώλιαζε στα σπλάχνα τους.
Αφροδίτη, Βάκχος, Σαπφώ και άλλοι, ονομάτιζαν δρόμους με βρώμικα και φτηνά μπουρδέλα, μα και υπόγεια στέκια των παιδιών της πιάτσας.
Κουτσαβάκια με τη φαλτσέτα πάντα έτοιμη, χασισάκι, τσίπουρο και φάτσα-κάρτα στον τοίχο, τις φωτογραφίες των βασιλέων.
Στέκια-δεξαμενές, διαχρονικής άντλησης επίλεκτων δυνάμεων για το παλάτι, τον Αλή Καραμάν και όλους τους θεματοφύλακες των ιερών και των οσίων του έθνους!
Ακολουθούσε η συμβίωση του παλιού με το νέο. Από μια μεριά, οι χωμάτινοι δρόμοι του Τενεκέ Μαχαλά , με τα απόβλητα να ρέουν πάνω στα κορμιά τους και τις καλύβες από λαμαρίνες να παίζουν περίεργες μουσικές, σε κάθε φύσημα του ανέμου.

Κάτω απ’ τη Μοναστηρίου ο δρόμος των Γιαννιτσών, με τα ξυλάδικα και τα συνεργεία , που με λίγες στροφούλες μπορούσε να σε πάει στον παλιό σταθμό, τον προτελευταίο σταθμό των Εβραίων, στο δρόμο για την κόλαση.
Ο Ξενοφώντας είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα Σαλονικιούς, που θυμούνται την Μπάρα
(παλιά συνοικία με πορνεία στη Θεσσαλονίκη, αντίστοιχη με τη διαβόητη Τρούμπα του Πειραιά.)
Γεμάτη μιζέρια και προσφυγιά, τάϊζε με φτηνή σάρκα "πεινασμένους" στρατιώτες της Ανατολικής στρατιάς και καταπιεσμένους επαρχιώτες.
"Πραμάτεια" φτηνή, λαϊκή, παρατημένη από χρόνια και κατάλληλη μόνο για στρατιώτες και χωριάτες.
Τουρκάλες, Γύφτισσες, Ρωμιές, Ρουμάνες, Βουλγάρες, Ιταλίδες, Εγγλέζες και όλες οι φυλές του Ισραήλ.
Από κοριτσάκια μέχρι γριές, ολοστρόγγυλες από το πάχος.
Από μια αμπάρα με νερά λιμνασμένα, λίγο μετά την πύλη του Βαρδαριού, που γεννούσε αρρώστιες και επιδημίες, πήρε το όνομα της.
Χαβούζα που έκλεισε, λίγο πριν το έμπα του εικοστού αιώνα.
Έφτανε μέχρι την περιοχή που χτίστηκε αργότερα ο νέος σιδηροδρομικός σταθμός και ακόμα παραπέρα, μα έκανε βίαιη διείσδυση και στα ενδότερα της Ξηροκρήνης, μα και στους Αμπελόκηπους.
Μέχρι και οδό ηδονής είχε, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, που δεν ήταν άλλη απ’ την σημερινή οδό Βάκχου!

Ο μεγάλος του "Λαγκαδά' και ο μικρός διαγώνιος της "Ειρήνης".
Στη δεξιά πλευρά του πρώτου, διάφορα εμπορικά και το 'ίδρυμα'.
Ένα "ίδρυμα" απ’ τα πολλά της βασιλομήτορος Θεοφρίκης, για στοιχειώδεις παροχές υγείας, σε μητέρες και παιδιά.
Στ’ αριστερά του δρόμου, κινηματογράφος "Αλέκα'. Συγγενής του "Λαϊκού", με ανάλογες ταινίες.
Αργότερα, ακολουθώντας την "άνοδο" του πολιτισμικού επιπέδου των Χαβαλιέδων και την απελευθέρωση[;] τους από ταμπού, ανέβαζε ταινίες ερωτικές, κοινώς "τσόντες"!
Ακολουθούσαν μεγαλοπαράγκες ανταλλακτικών , ποδηλατάδικα, χαλκωματάδικα , καροποιεία, πεταλάδικα!
Ουρές κάθε μέρα οι αγρότες της ενδοχώρας, για να επισκευάσουν τα κάρα τους και να βάλουν καινούργια πέταλα στ’ άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια.
Ένα "ίδρυμα" απ’ τα πολλά της βασιλομήτορος Θεοφρίκης, για στοιχειώδεις παροχές υγείας, σε μητέρες και παιδιά.
Στ’ αριστερά του δρόμου, κινηματογράφος "Αλέκα'. Συγγενής του "Λαϊκού", με ανάλογες ταινίες.
Αργότερα, ακολουθώντας την "άνοδο" του πολιτισμικού επιπέδου των Χαβαλιέδων και την απελευθέρωση[;] τους από ταμπού, ανέβαζε ταινίες ερωτικές, κοινώς "τσόντες"!
Ακολουθούσαν μεγαλοπαράγκες ανταλλακτικών , ποδηλατάδικα, χαλκωματάδικα , καροποιεία, πεταλάδικα!
Ουρές κάθε μέρα οι αγρότες της ενδοχώρας, για να επισκευάσουν τα κάρα τους και να βάλουν καινούργια πέταλα στ’ άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια.

Ο ανηφορικός δρόμος της "Ειρήνης" , είχε κοινό σημείο εκκίνησης με τον προηγούμενο, που το έλεγαν "Ίλιον'.
Κινηματογράφο που πρόσφερε απλόχερα τους χώρους του, για τη συνεύρεση αδελφών ψυχών στη φτώχια, στην ανεργία, στην ερωτική δίψα, στη κακομοιριά!
Ταινίες δικές μας και Τούρκικες, με πανομοιότυπα σενάρια, πρωταγωνιστές που έμοιαζαν καταπληκτικά μεταξύ τους και συναγωνίζονταν ποιος θα «βγάλει» περισσότερο κλάμα, από τον δύσμοιρο θεατή!
Τα χρόνια που ακολούθησαν προσαρμόσθηκε κι αυτός στο πνεύμα των καιρών, όπως η 'Αλέκα" και περιορίστηκε να "φροντίζει" μόνο για την ερωτική δίψα των αδελφών ψυχών!
Η κορώνα όμως του δρόμου της "Ειρήνης", βρισκόταν στην αρχή του και δεν ήταν άλλη από την αγορά του Βαρδαριού, που επεκτείνονταν βέβαια και στα παραπλήσια στενά.
Αλλαντοπωλεία, κρεοπωλεία, ψαράδικα, μανάβικα, μπακάλικα, ραφεία, παπουτσίδικα και άλλα μαγαζιά, έφτιαχναν το παζλ της περιοχής, που χρωμάτιζαν οι απαραίτητοι πλανόδιοι και οι φωνές των διαλαλητάδων, που διαφήμιζαν την ποιότητα και την φρεσκάδα των εμπορευμάτων τους.
Το Σάββατο ειδικά, που πληρώνονταν οι μεροκαματιάρηδες, γίνονταν το αδιαχώρητο και το σπρωξίδι ήταν τέτοιο, που νόμιζες πως τα μοίραζαν τζάμπα!
Αλλαντοπωλεία, κρεοπωλεία, ψαράδικα, μανάβικα, μπακάλικα, ραφεία, παπουτσίδικα και άλλα μαγαζιά, έφτιαχναν το παζλ της περιοχής, που χρωμάτιζαν οι απαραίτητοι πλανόδιοι και οι φωνές των διαλαλητάδων, που διαφήμιζαν την ποιότητα και την φρεσκάδα των εμπορευμάτων τους.
Το Σάββατο ειδικά, που πληρώνονταν οι μεροκαματιάρηδες, γίνονταν το αδιαχώρητο και το σπρωξίδι ήταν τέτοιο, που νόμιζες πως τα μοίραζαν τζάμπα!

Παντού υπήρχε ένα κόκκινο λαμπάκι στο Βαρδάρι!
Σε μερικά ανωτέρου επιπέδου "σπίτια" η Πατρόνα ή "Μαμά" κανόνιζε τις τιμές και διαπραγματεύονταν το "εμπόρευμα" της. Συχνά μάλιστα έστελνε και κοπέλες σε ιδιωτικές επισκέψεις σε σπίτια αριστοκρατών.
Πολλές ήταν οι "Μαντάμ' της εποχής που η φήμη τους απλώθηκε σε όλη την πόλη, όπως η Μαντάμ Κλεοπάτρα, η Μαντάμ Ζιζέλ (Εβραία) και η Μαντάμ Δεδέ. Η τελευταία, που ήταν και νονά του παιδιού του αρχηγού της αστυνομίας Νίκου Μουσχουντή, διατηρούσε το μπορντέλο της στην οδό Αγγελάκη, σχεδόν αποκλειστικά με κορίτσια-πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Η ίδια διατηρούσε ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών κι έτσι πολύ γρήγορα μια πληροφορία για νέα πρόσωπα του υποκόσμου έφθανε στις Αρχές. Ήταν γνωστές άλλωστε οι σχέσεις μεταξύ των επικεφαλής της αστυνομίας της Θεσσαλονίκης και του υποκόσμου. Φρόντιζε ακόμα τα κορίτσια της να έχουν όλα άδεια!
Ο δρόμος ανηφόριζε απότομα κι αφού στολίζονταν με το απαραίτητο ρωμαϊκό τείχος, περνούσε από τα πρακτορεία των λεωφορείων, που σε ταξίδευαν στην ενδοχώρα της Μακεδονίας και τέλειωνε ψηλά, στο δρόμο του Αϊ Νέστορα, φίλου καρδιακού του Αϊ Δημήτρη!
Εκεί που βρίσκονταν το καφενείο του Καφαντάρη.
Τελικά όπως φαίνεται, οι νεοχαβαλιέδες δεν απομακρύνθηκαν και τόσο πολύ απ’ την παράδοση!
Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα "Η Χαβαλιέ που την έλεγαν Ελλάδα"
Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα "Η Χαβαλιέ που την έλεγαν Ελλάδα"
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου