Είναι πανσέληνος, ο δρόμος κολυμπάει στο φεγγαρίσιο ασήμι.
Κοιτάω και βλέπω τα όνειρα μου να τρέχουν πάνω κάτω λες και κάτι να τα φόβισε. Πετιέμαι απάνω και τρέχω να τα πιάσω μα κείνα με βλέπουν και τρέχουν ακόμα γρηγορότερα.

Τι τάχα να τα φόβισε,Τι τάχα τάκανε να τρέχουν έτσι;
Μην είναι η νύχτα;
Μην είναι η ερημιά;
Μην είναι ο μπασκίνας που στρίβει στη γωνία;
Κοιτάω και βλέπω τα όνειρα μου να τρέχουν πάνω κάτω λες και κάτι να τα φόβισε. Πετιέμαι απάνω και τρέχω να τα πιάσω μα κείνα με βλέπουν και τρέχουν ακόμα γρηγορότερα.

Τι τάχα να τα φόβισε,Τι τάχα τάκανε να τρέχουν έτσι;
Μην είναι η νύχτα;
Μην είναι η ερημιά;
Μην είναι ο μπασκίνας που στρίβει στη γωνία;